Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011


Τοσίτσα- Πατήσια 22.40, ένα πάζλ συναισθημάτων

22.40 κι ο κύριος Χ περιμένει το τρόλεϊ στην στάση της Τοσίτσα. Γνωστό καχύποπτο βλέμμα κι ανεπτυγμένη περιφερειακή όραση για να έχει πλήρη έλεγχο του τι γίνεται γύρω του και ποιος τον πλησιάζει. Λίγα λεπτά αργότερα αρχίζει να παρατηρεί τους ανθρώπους, τους μορφασμούς, τα νεύματα των τοξικομανών δίπλα του. Όλα γίνονται τόσο φυσικά, άνετα και ξεκάθαρα για τα μάτια του παρατηρητή: Ο ένας πουλά, ο άλλος αγοράζει. Ο ένας κυνηγά ή τσακώνεται με τον άλλο για λόγο που ούτε κι ο ίδιος μπορεί να συνειδητοποιήσει στην κατάσταση που βρίσκεται. Άλλος σταματά με το αμάξι του επί της 28ης Οκτωβρίου, κατεβαίνει, έρχεται προς τη στάση και χάνεται στο πλήθος των τοξικομανών. 3 λεπτά αργότερα εμφανίζεται ξανά, μπαίνει στο αμάξι του και φεύγει. Ένας αφρικανικής καταγωγής γνέφει με το κεφάλι σε έναν «περαστικό», ακουμπούν τα χέρια τους στιγμιαία και συνεχίζουν τις πορείες τους. Ένας ποδηλάτης έρχεται καταπάνω στον κύριο Χ. Εκείνος κάνει στην άκρη τρομαγμένος κι ο ποδηλάτης αφού πάρει αυτό που θέλει….. φεύγει προς άλλη κατεύθυνση. Μια γυναίκα καθισμένη στο πεζούλι, πίσω από το περίπτερο, υπό επήρεια, παραμιλάει, φωνάζει, αγκομαχά, κλαίει ανά διαστήματα. Μια φιγούρα με βάθος ενός ολόκληρου κόσμου μέσα της: πονάει;; καταλαβαίνει τι της συμβαίνει και τι κάνει στον εαυτό της και γι’ αυτό κλαίει;; θυμάται κάποιο δικό της πρόσωπο, του οποίου επαναλαμβάνει το όνομα και αυτό της φέρνει δάκρυα στα μάτια;; κάτι από όλα αυτά ή τίποτα;; Ο κύριος Χ νιώθει σαν παρακολουθεί δρώμενο πεζοδρομίου και σιγά σιγά προχωρά προς τους «νορμάλ» που περιμένουν μαζί του στη στάση και έχουν μαζευτεί όλοι κοντά ο ένας με τον άλλο, νιώθοντας έτσι την ασφάλεια της ομάδας-μάζας. Ένα περιπολικό εμφανίζεται μπροστά τους σαν να κάνει πασαρέλα και απλώς τους προσπερνά. Ο κύριος Χ έχει αντιληφθεί τόσα πράγματα να γίνονται πλάι του κι όλοι οι άλλοι στέκονται αδιάφοροι. Ένα χαμόγελο αρχίζει να σχηματίζεται στο πρόσωπο του για τη μαγεία της παρατήρησης, αλλά το πνίγει, όταν σκέφτεται και το περιεχόμενο αυτών που παρατήρησε…… Πικρά, έντονα, δύσκολα, ωμά, επαναλαμβανόμενα!! Έρχεται το τρόλεϊ. Δεν ξέρει αν θέλει να μπει ή όχι. Μπαίνει κρατώντας σταυρωτά με τα χέρια του τις τσέπες του σακακιού του. Διανύοντας μόλις λίγα μέτρα το τρόλεϊ, ξεκινά μέσα στο πλήθος αφρικανών, πακιστανών, συρίων κι άλλων εθνικοτήτων μια «ελληνική» φωνή που τα βάζει με έναν από αυτούς: «Άμα δεν σας αρέσει εδώ, να πάτε στη χώρα σας! Από μας ζείτε». «Η ευρωπαϊκή ένωση πληρώνει για τα άσυλα προσφύγων, όχι εσείς, κυρία!» απάντησε ο αλλοδαπός. «Η χώρα δεν ανήκει σε μας. Μόνο ο εαυτός μας μάς ανήκει!» είπε ξεσπαθώνοντας μια «ελληνική» κυρία στην πρώτη. Ο κύριος Χ παρακολουθεί το πλυντήριο απόψεων που εξελίσσεται μπροστά του, περιμένοντας να δει που θα καταλήξει. Προβληματισμένος, σκεπτικός: «Μήπως η ελπίδα για ζωή είναι ανάμεσα μας;; όλα τα βλέπουμε μαύρα κι ονειρευόμαστε κάτι ειδυλλιακό, εξιδανικευμένο που βρίσκεται κάπου μακριά. Αυτό μας τροφοδοτεί τις ελπίδες για ζωή και για προσπάθεια. Η ιδέα ότι θα αποδράσουμε και θα πάμε εκεί. Μα το «εκεί» είναι εδώ! Μέσα σε αυτόν τον τόπο και το περιβάλλον θα ζήσουμε, θα ελπίσουμε, θα ξαναγεννηθούμε, θα ξαναονειρευτούμε….. Η αισιοδοξία είναι μασκαρεμένη δίπλα μας και περιμένει να τη βρούμε και της πετάξουμε τη μάσκα κάτω……!!!»
23.16: Ο κύριος Χ κατεβαίνει στη στάση του.